κοινή συναινέσει

Δεν το γράφω καθόλου εν βρασμώ ψυχής, θολωμένος από τη χθεσινή εικόνα κτλ. Στη δική μου τη λογική τίποτα δεν είναι χαμένο στις 29 Σεπτέμβρη. Και κανένας δεν μπορεί να κριθεί μετά από 6 ματς είτε είναι παίκτης είτε προπονητής, πόσω μάλλον γυμναστής σαν τον σφουγγαρισμένο Κέζο (πάντα απορούσα οι διοικήσεις με τι κριτήριο και γνώσεις απολύουν γυμναστές, αλλά στην Πανάθα του Πατέρα το είδαμε κι αυτό – να πληρώνει γυμναστής το μάρμαρο).

Το γράφω όμως ξεκάθαρα. Το διαζύγιο μεταξύ Νιόπλια και Παναθηναϊκού πρέπει να βγει άμεσα. Κοινή συναινέσει. Και χωρίς να εξαρτιέται από τους Εργοτέληδες ή τη Ρουμπίν Καζάν. Για το καλό και των δύο που λένε και στα ελληνικά ή τούρκικα σίριαλ. Ο Νιόπλιας ίσως στο παρά πέντε σώσει την ευκαιρία του να γίνει καλός – και προπάντων – κανονικός προπονητής (εγώ νομίζω ότι έχει τα φόντα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον σύγχρονό του Έλληνα). Χωρίς να βυθιστεί κι άλλο στην απαξίωση του να συνεχίσει ο Κατσουράνης να κάνει δηλώσεις γι’ αυτόν αποκαλώντας τον «Νίκο» ή να του παίρνει δηλώσεις χθες στη μεικτή ζώνη ο αειθαλής Νίκος Οικονομόπουλος της ΝΕΤ μιλώντας του στον ενικό. Αν αυτά τα θεωρείτε ανούσιες τυπικότητες, για σκεφτείτε να τα έκανε κάποιος στον Μουρίνιο – όχι τον σημερινό, έστω εκείνον της πρώιμης Πόρτο εποχής. Κι επίσης, ίσως στο παρά πέντε κατέβει από το τρένο της γραφικότητας που ξεχειλίζουν οι δηλώσεις «εδώ δεν είναι Λιόν, είναι Παναθηναϊκός». Το οποίο είναι απόλυτα σωστό, απλούστατα γιατί στη Λιόν ο Νιόπλιας σε αυτήν την κρίσιμη καμπή του χωροχρόνου δε θα γινόταν ποτέ κόουτς. Τέλος, είναι άσχημο  να είσαι υπό προθεσμία σε οποιαδήποτε εργασία. Και το ξέρουμε όλοι, κυρίως ο ίδιος, ότι τη χρονιά δεν τη βγάζει με καμία δύναμη.

Και για τον Παναθηναϊκό θα ήταν καλό να κατεβαίνει στο γήπεδο με μια ομάδα κανονική, ποδοσφαιρική. Όχι με μια ομάδα ακριβοπληρωμένων φίλων του προπονητή τους, όπως είναι ολοφάνερα η εικόνα των πρώτων έξι ματς, όπου κάνει ο καθένας ότι του καβλώσει. Με μοιραία κατάληξη το επιθετικό παιχνίδι του να βασίζεται στο πόσο κουράγιο έχει ο απαράδεκτος Λέτο να περάσει 2-3 φορές την αντίπαλη ενδεκάδα πριν τη δώσει σε κανέναν άλλον και οι γραμμές να έχουν κανα δυο χιλιόμετρα απόσταση μεταξύ τους. Η ομάδα είχε 14 Μουντιαλικούς και παίζει Τετάρτη – Κυριακή. Αλλά, αυτό το ήξεραν, οπότε ας έπαιρναν τα μέτρα τους. Που σίγουρα δεν είναι η άνευ όρων παράδοση στην «ψύχωση» – στο λιμάνι ας πούμε που λειτουργούν παραδοσιακά «ψυχωτικά» προφανώς ανακουφίζονται που είχαν 3 Μουντιαλικούς και αποκλείστηκαν από την Ευρώπη την παραμονή της Αγιάς Σωτήρας. Αλλά, εμείς κάποτε αυτά τα κοροϊδέυαμε, έτσι δεν είναι; Και δεν φωνάζαμε ασταμάτητα από το πέταλο επί 90 λεπτά μόνο και μόνο για να μάθει ο «σοφέρ» ότι εμείς τον Πατέρα που μας ψιλοεπιχορηγεί και τα μπάχαλα θα τον στηρίζουμε, ακόμα κι αν μας κάνει πλάκα ο Άντονσον. Και δεν ανταλλάζαμε με κάνενα νταμπλ το να γινόμαστε ξεφτίλα σε 12 μήνες εντός από Γαλατά Σαράι, Σταντάρ Λιέγης και Κοπεγχάγη (με φωτεινή εξαίρεση το «Ολίμπικο»).Για να το δούμε ποδοσφαιρικά: η άμυνα είναι τραγική σε κάθε κατάσταση ένας εναντίον ενός, το κέντρο σκασμένο από μεγάλα παιδιά που δεν έκαναν διακοπές και η επίθεση μονοδιάστατη.

Γυρίζει; Φυσικά, όσον αφορά την Ελλάδα – δύσκολα αλλά όχι απίθανα στο Τσου Λου. Και σίγουρα, η φάση δε διορθώνεται με ανεκδιήγητες «πολλά βαριές και όχι» δηλώσεις σαν και τις παρακάτω (ευτυχώς που πήγαινε και κάθε μέρα στην Παιανία για να σφίξει τα λουριά – μα που ζούμε ρε πούστη μου, στο 1984; και ποιον έχουμε πρόεδρο, τον Ανέστη Βλάχο με το γυάλινο το μάτι;)

μάρκο βίλα

Advertisements

Πάει πιο κάτω;

To καλοκαίρι του ’91 ή του ’92 είχαμε πάει για διακοπές με τους γονείς μου στην Κέρκυρα. Τότε το νησί ήταν πολύ στα πάνω του. Γεμάτο άγγλους που κάνανε κάθε βράδυ το Φαληράκι της Ρόδου να φαίνεται Βατικανό. Δίπλα στο σπίτι μου είχε μια pub, τώρα γυμναστήριο , που μάζευε τον πάτο και τον απόπατο από το βιομηχανικό Sheffield, το Leeds και το Colchester την εποχή που οι Blur είχαν ήδη μετοικήσει στο Λονδίνο και ετοίμαζαν το Modern Life Is Rubbish. Έβλεπα φανέλες ομάδων, τους ζήλευα κιόλας που είχαν άλλες παραστάσεις -εγώ δεν είχα πάει ακόμη στο γήπεδο και είχα για ήρωες τη Σοβιετική τριπλέτα των Λιτόφτσενκο, Σάβιτσεφ και Προτάσοφ.

Στο μπαρ της γειτονιάς, ο Νίκος που βλέπω κάθε χρόνο τις 2 πρώτες αγωνιστικές της Premier League εκεί πέρα είχε καλωδιακή. Είχε κάνει Αγγλία και το είχε αγαπήσει το πρωτάθλημα. Είχα νωπές ακόμη τις μνήμες από το Euro της Δανίας, η πρώτη διοργάνωση που παρακολούθησα ever και είχα πάει να δω ποδόσφαιρο. Έπαιζε η Leeds του μετέπειτα πρωταθλητή Καντονά. Έγινε ο ήρωας μου για τα επόμενα 5 χρόνια που έπαιξε μπάλα αλλά εμένα με είχε κερδίσει ο Τζον Μπαρνς, ο Μάκκα, ο Γκρόμπελαρ, o Ρέντναπ, ο Ρόζεναλ και ο νεαρός Φάουλερ. Και ο παππούς Ιαν Ρας. Το μουστάκι του Σούνες στον πάγκο ήταν πιο μεγάλο κι από την τηλεόραση που έβλεπα τους αγώνες. Από τότε και για τα επόμενα 17 χρόνια παρακολουθώ αυτή την ομάδα. Μια ομάδα που έπαιξε καλό ποδόσφαιρο και κέρδισε τίτλους (όχι το πρωτάθλημα) την εποχή του Ουγιέ, έκανε εγκληματικά λάθη, κάκιστα παιχνίδια, λάθος μεταγγραφές και κέρδισε το ΤσουΛου (όχι όμως το πρωτάθλημα) την εποχή του Μπενίτεθ και επέτρεψε στη Μαν Γιου να τη φτάσει σε κατακτήσεις πρωταθλημάτων.

Τη φετινή σεζόν ήμουν αρκετά σκεπτικός για το τι θα δω. Τον Χοντσον τον συμπαθώ. Είναι εργατικός και έχει τεράστια εμπειρία. Ήταν και στον πάγκο της Ιντερ όταν γούσταρα να βλέπω τον Τσιριάκο Σφόρτσα. Έκανε μεταγγραφές εργαλείων, κέρδισε τις εντυπώσεις και όχι το στοίχημα μέχρι στιγμής με τον Τζο Κόουλ, πήρε τον πρώην παίχτη του Ολυμπιακού Γιοβάνοβιτς και έδωσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού για πρώτη και τελευταία ίσως φορά στο Σωτήρη τον Κυργιάκο. Και έχασαν από τη Νορθάμπτον στα μπέναλτι προχτές στον 3ο γύρο του Λιγκ Καπ. Που μεταξύ μας δεν έχει καμία σημασία η κατάκτηση του από την Μαν Γιου και την Τσέλσι. Για την κατάντια της Λίβερπουλ όμως ή για το ανερχόμενο αραβικό πρεστίζ της Σίτι έχει τεράστιο. Ή για τον υπερκτιμημένο γέρο που κάθεται στον πάγκο των Σπερς. Δε θυμάμαι να έχω λυπηθεί τόσο πολύ άλλη φορά αυτή την ομάδα. Τα προβλήματα είναι αμέτρητα, οι αεριτζήδες Ζιλετ και Χιγκς δε βρίσκουν να πουλήσουν τον αέρα που αγόρασαν και τα χρέη από τις τράπεζες με τα οποία φέσωσαν την ομάδα, το νέο Άνφιλντ δε θα γίνει, παίχτες κλειδιά όπως οι Κάραχερ και Τόρες φαίνονται πρώην ποδοσφαιριστές, κάτι τυχαίοι όπως ο Τζόνσον ή ο Ρέινα θεωρούνται πρωτοκλασσάτοι, ο Άγγερ δεν ξέρει τι θέση παίζει, αστέρια όπως ο Μάξι βρίσκονται σε fade out mode, ο Πόουλσεν παραείναι λίγος και κάνει τον Μόισες να φαίνεται Βιεϊρά την εποχή που ήταν αρχηγός της Άρσεναλ και αυτό που απομένει είναι το φιλότιμο του Κάουτ και τα τρεξίματα του Τζέραρντ που προσπαθεί να είναι τόσο νεροκουβαλητής όσο και ηγέτης. Το πρωτάθλημα χάθηκε, το Λιγκ Καπ το ίδιο και σου μένει ένα Europa League και ένα FA. To σύμπαν δε λέει να συνομωτήσει, ο κόσμος δεν είναι δίκαιος και η θλίψη δε φεύγει πάνω από το Kop.

Mίρσα (όταν μιλάμε για τη Λίβερπουλ φώναζε με Σάμι Λι)

βάτραχοι και ζορό

Αν ήμουν ΑΕΚτσης θα τον μισούσα περισσότερο απ’ όσο τον μισεί ο ‘Βάιος’ της Ανώφελης Κολεκτίβας. Και θα σφύριζα αδιάφορα όταν όλοι οι αντικειμενικοί «καταδικάζουν απερίφραστα» τα πρόσφατα επεισόδια στην Καλλιθέα. Δεν είμαι όμως. Ο κυριότερος λόγος που δεν τον συμπαθώ είναι ότι τον θεωρώ λίγο Νταλαροειδές. Δηλαδή, άνθρωπο που δε θα μπορούσε σε καμία άλλη χώρα να χτίσει το μύθο που εχει φτιάξει εδώ. Κάποιος που τον έχει γνωρίσει καλά τις δύο τελευταίες δεκαετίες που είναι η σημαντικότερη περσόνα στο ελληνικό ποδόσφαιρο μου έχει πει ότι αυτός ο, ούτως ή άλλως τζόρας-μονόχνωτος-περίεργος-εγωκεντρικός-δύστροπος τύπος πολλαπλασίασε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μετά τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Έχασε πολλούς δικούς του, πέρασε δύσκολες στιγμές, σκλήρυνε, έπαθε όλα αυτά τα μελοδραματικά πλην αληθινά που αφήνει στους ανθρώπους η τραγωδία του να σφάζεσαι  με τους δίπλα σου (και αυτό είναι η αλήθεια, δεν είναι ένα ακόμα μνημείο image making δια χειρός Αγγελικής Αρκάδη – «Αγγελικούλας» κατά Γεωργίου).

O Ισμαέλ Μπλάνκο ήρθε στα χασομέρια του Αυγούστου του 2007 σχεδόν από τη β’ Αργεντινής. Και από το πουθενά βγήκε πρώτος σκόρερ και πρωταθλητής (αν και τώρα που το ξαναθυμάμαι τον τίτλο τελικά κατέκτησε ο τωρινός νομικός σύμβουλος της ΠΑΕ Ολυμπιακός). Ξέρεις, είναι αυτές οι αουτσάιντερ μυθιστορηματικές ιστορίες που σε κάνουν να συμπαθείς τον ήρωά τους εξ’ αρχής. Πολύ μπάλα δεν ξέρει, αλλά έχοντας αυτό το μαγικό χάρισμα εχει βάλει 57 γκολ σε τρεις σεζόν (τις δύο τελευταίες ούτε εκείνος ούτε η ομάδα είναι εκείνο που θα λεγες σπουδαίοι) και νόμιζω ότι του αξίζει το παράσημο της Λεγεώνας των Τίμιων (φυσικά όσοι βλέπουν παντού το φάντασμα του Ντέμη, τον κράζουν από τη στιγμή που ο «Κοντίνιο» άφησε την προεδρία).

Το συμβόλαιο του Μπλάνκο είναι κάτι σαν το Ιερό Δισκοπότηρο της Ανωτάτης Μανατζερικής. Έχω διάβασει τόσες φορές ότι «ανανεώνεται» που νομίζω ότι υπογράφουν ένα κάθε Δευτέρα. Τον Αδαμίδη (που btw στον φετινό «Πόλεμο Καδένας και Φουσκωτών» Πατέρα – Μαρινάκη μοιάζει με φλώρικη όαση) κάπως τον δικαιολογώ που τον εκβιάζει μέσω ψυγείου. Το ποδόσφαιρο είναι μπίζνα. Και στις μπίζνες όλα επιτρέπονται, ειδικά αν έχεις να κάνεις με Αργέντινους ποδοσφαιριστές που εκπροσωπούνται από περίπου τόσους μάνατζερ όσους φίλους έχουν στο facebook. Αλλά, τον «πρίγκιπα-βάτραχο» δεν τον δικαιολογώ. Όταν στα 60τοσα σου έχεις επιστρέψει ως υπερΑΕΚαρχης «εγγυητής της ενότητας» με σχεδόν προεδρικές αρμοδιότητες δεν είναι δυνατόν να μασάς από τις υποδέιξεις κάποιου Αδαμίδη (και μην πεις ότι είναι αφεντικό σου, γιατί περυσι όταν ανέλαβε μόνο ραντεβού από την «Αγγελικούλα» δεν ζήταγε για να σε δει). Το ότι επιλέγεις να μασάς, λοιπόν, δεν είναι ανάγκη. Είναι επιλογή. Που πηγάζει από την πάγια πριγκηπική εμμονή ότι όποιος μιλάει ισπανικά (ή πορτογαλικά στην περίπτωση των Βραζιλιάνων) θέλει το κακό μας. Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα, ότι πει ο γιατρός. Μόνο που όταν βάζεις αλλαγή παίκτη στο ’92 και την επόμενη μέρα δηλώνεις ότι το έκανα γιατί τον υπολογίζω δεν είσαι πρίγκηπας. Ούτε βάτραχος. Αλλά μικρόψυχος κομπλεξικός…

Updated 27/9: ΕΦΥΓΕ λοιπόν…Και τώρα; Τώρα τα δύσκολα λέω εγώ. Το ιδεολογικό άλλοθι της παρουσίας του, γι’ άλλους οπαδική στάση μα για τους περισσότερους επίφαση δικαιολογίας, μας τελείωσε. Ο Ντούσαν δεν μένει πια εδώ, είτε γιατί ανέλαβε επιτέλους τις ευθύνες της μηδενικής διετούς προσφοράς του είτε γιατί επιχείρησε ηρωική έξοδο βλέποντας άλλη μια σεζόν ανυποληψίας στον ορίζοντα. Μόνο που τώρα, εν τη απουσία του: ο Αδαμίδης θα πρέπει να δείξει ότι κάτι έχει στο νου του, χώρια που πρέπει να επιλέξει αντικαταστάτη – ο Σκόκο να παίξει επιτέλους ποδόσφαιρο και όχι μπάλα – ο Μπλάνκο να συνεννοηθεί με τον επόμενο κόουτς, ειδικά αν μιλάει ισπανικά – ο Τζιμπούρ  απλά να μην πλακωθεί και με τον επόμενο και χάσει πάλι μια χρονιά ανάμεσα στη μουρμούρα και τις βεδουινικές ψυχώσεις – ο Ντέμης να σταματήσει τη σκιώδη αντιπολίτευση και να εμφανιστεί ενωτικός, όπως ήδη πρόλαβε να κάνει ο Μανωλάς ο πρεσβύτερος – η Ορίτζιναλ να αποδείξει ότι αγαπάει το Δικέφαλο περισσότερο από τη Σκεπαστή ο Βάιος και ο kserete poios να πηγαίνουν στο γήπεδο που τους έκοψε ο «βάτραχος» ακόμα κι αν η ομάδα διασύρεται από τους Μπέους – ο Άκης Ζήκος να βγει δημοτικός σύμβουλος και να πάρει πάνω του το γηπεδικό (χα!). Εμένα πάντως μου φαίνονται λίγο δύσκολα όλα αυτά. Ο Φρεσκοέλληνας, όπως και ο Τζίγγερ, ήταν τελικά μια κάποια λύσις. Σαν Καβαφικός βάρβαρος…

μαρκο βιλα (όταν μιλάμε για ΑΕΚ λεγε με Τζίμη Πατίκα)

Εσένα έκλεισε ο κύκλος σου;

Ο Ντέμης που είναι ο απόλυτος ποδοσφαιρικός χιψτερ γιατί όταν αυτός φορούσε μπλούζες Ramones οι άλλοι δεν είχαν σηκώσει καν τους γιακάδες των πολο τους, στα late 90’s ήταν ο πρώτος που αποχώρησε από την Εθνική, πριν μάθουν ακόμα και οι Γκέκες τον τρόπο. Ο Ντέμης λοιπόν σήμερα θα πιεί δικαιωμένος το ποτάκι του γιατί ο Γκαγκάτσης ανέλαβε επιτέλους δουλειά στον Ολυμπιακό ακόμα και αν άργησε δυο χρονάκια.

Ο Γκαγκάτσης που λέτε στην σελίδα 272 των απομνημονευμάτων του (είναι στο γραφείο μου κάτω από τους Επαναστάτες του Eric Hosbawm και ναι, εχω ξεφυλλίσει μόνο τον Γκαγκάτση, τον άλλο τον καλό τον έχω για μόστρα προς το παρόν) περιγράφει με το λυρικό του ύφος όταν μιλούσε με τους παίκτες της Εθνικής πριν από τον ημιτελικό του 2004 στο Euro και «ο Μπασινάς πέταξε κάτω τα πιάτα γιατί δεν τους έδινα αυτά που ήθελαν», περιγράφοντας τον αναμενόμενο κωλοπαιδαρισμό με τον οποίο γαλουχήθηκε ο Κώστας ο Κατσουράνης. Το παιδί από την Πάτρα λοιπόν, ο κολλητός του Ντέμη παλιότερα που «έκανε χάρη που έπαιζε στην ΑΕΚ», δεν ήθελε και πολύ να γιγαντωθεί, να πάρει για παρέα τον καλοκουρεμένο Σαμαρά, τον γοητευτικό Αβραάμ, τον φίλο του Σίλβιο, Σωκράτη και τον Σηφάκη που απλά κάνει ότι του πει ο Σαμαράς και να κάνουν ένα αναμενόμενο παρεάκι. Κάνανε τσαμπουκάδες στους Νίνηδες, κορόιδευαν τον Μήτρογλου, έλεγαν ομορφόπαιδο τον Τζόρβα που είχε πάρει τη θέση του φίλου τους του Χαλκιά, έβριζαν και κάτι τύπους όπως ο Κυργιάκος και όταν πήγαιναν για κάπνισμα δεν καλούσαν τον Φάνη τον Γκέκα. Γελοιότητες, σχεδόν σκηνές από teen movies, όπου οι δημοφιλείς παίκτες με τα κολεγιακά μπουφάν έκαναν bullying στους σπασίκλες. Ο Γκέκας, που όταν ο Παναθηναϊκός είχε χάσει το πρωτάθλημα ρωτούσε έξω από τη Λεωφόρο «έβαλε γκολ ο Λουτσιάνο;» για να μάθει αν είναι πρώτος σκορερ, έχει ένα εγώ μεγαλύτερο από την χαίτη του και γι’ αυτό τσαντίστηκε με όλα αυτά. Ο Κυργιάκος ακόμα δεν είχε ξεπεράσει το ότι ο Αλέξης ο Σπυρόπουλός που κάνει παρέα με τα καλά παιδιά «άμπαλο» τον ανέβαζε, «άτεχνο» τον κατέβαζε και ο Αμανατίδης έβριζε ακόμα και τον φίλο του τον Ρεχάγκελ όποτε τον άφηνε έξω. Οπότε όλοι αυτοί έφυγαν από την Εθνική και το σκέφτηκε λεει και ο Τζόρβας, μόνο που η περίπτωση του είναι διαφορετική.

Α: Πότε ήρθε;

και Β: Αν τον ενοχλεί ο Κατσουράνης, γιατί δεν σπάει το συμβόλαιο του στον ΠΑΟ, για να πάει εκεί που τον θέλουν πολύ (στο cosmopolitan σίγουρα) να ησυχάσει ο άνθρωπος;

Επίσης, το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του mathebalitsa, έβγαλε την είδηση πως το παρεάκι, έβαζε και ότι μουσική ήθελε στα πούλμαν. Δεν νομίζω να θέλετε να μάθετε τι είδους μουσική…

Συμπέρασμα δεν υπάρχει, δεν αντέχω να ακούσω τη φράση «έκλεισε ο κύκλος μου σε αυτή την ομάδα», ούτε μισόλογα, ούτε ηθικολογίες για την σημασία της Εθνικής. Οποιος δεν θέλει, δεν παίζει, όποιος δεν θέλει να πάει να βάλει τον δικό του Βέρτη στο αυτοκίνητο του. Για μένα ο Κατσουράνης και ο Γκέκας, είναι δυο όψεις ενός νομίσματος που δεν θέλω να πιάσω ποτέ . Στις ταινίες με κολέγιο, ξύλο και popular kids υπήρχε τουλάχιστον μια ξανθιά μαζορέτα να κάνει τη διαφορά. Εδώ, ο μόνος ξανθός είναι ο Τζόρβας και αυτός θέλει να φύγει.

rabe

υποκριτες και αποτυχαιοι

Ένα. Η εθνική απέτυχε. Το υλικό της, μετριοπαθώς, ήταν για θέση στην εξάδα – άρα το να μένεις έξω στους 16 είναι big time fail. Αφήνω για παρακάτω την ιστορία με τη Ρωσία και στέκομαι στην επίσημη δικαιολογία των επεισοδίων. Η οποία ναι μεν «αποπροσανατόλισε», «στοίχισε» κτλ. αλλά όπως πάντα μόνο εμάς την ώρα που οι Σέρβοι προχωρούν ακάθεκτοι, γιατί προφανώς δεν τους αγγίζουν αυτά. Μισό λεπτό. Όντως δεν τους αγγίζουν αυτά. Γιατί έχουν έναν τεράστιο τύπο για προπονητή που έχει τον απόλυτο έλεγχο της ομάδας και ήξερε πώς να διαχειριστεί τα μπουνίδια και τις τιμωρίες. Θεωρώ τον Καζλάουσκας καλό προπονητή και Κύριο από τους πολύ λίγους. Παρά το επιτυχημένο περσινό του ξεκίνημα (κόντρα στους νοσταλγούς του Μπαναώτη που τον σαμπόταραν from day one) φέτος αποδείχθηκε ότι είναι λάθος προπονητής σε λάθος ομάδα (και μάλλον λάθος στιγμή). Είναι για να προπονεί ομάδες που ζουν σε δοκιμαστικό σωλήνα. Ζαλγκίρις, Λιθουανίες, αντέ καμια εθνική Κίνας να τους τα πάρουμε κιόλας. Οι παίκτες θα ξέρουν τα βασικά, το παιχνίδι δε θα αποκλίνει από τη φιλοσοφία της εθνικής σχολής, οι σταρ θα έχουν το ελεύθερο για ελεγχόμενο αυτοσχεδιασμό και η πίεση θα εξαντλείται στη βραδινή διασκέδαση της οικογένειας Μπασκετοβίτσιους που απολαμβάνοντας kugalis βλέπει και λίγο μπασκετάκι (post within a post: για να καταλάβεις την τρέλα των Λιθουανών με το μπάσκετ: όταν σπούδαζα στο Μπράιτον έπαιζα σχεδόν κάθε απόγευμα streetball στα γήπεδα της παραλίας. Μια μέρα σκάνε κάτι ψηλά παιδιά με βαλίτσες και ρωτάνε που έχει κοντά hostel. Τους δείχνουμε, γίνονται οι συστάσεις «μόλις φτάσαμε, είμαστε Λιθουανοί και ψάχνουμε δουλειά για το καλοκαίρι» κι αμέσως μετά ρωτάνε «να παίξουμε ένα μονό;». Οι τύποι, λοιπόν, άφησαν τις βαλίτσες στην άκρη και χώθηκαν με τα τζιν στο γήπεδο μη έχοντας λύσει καν το πρόβλημα της στέγης για το βράδυ. Για την ιστορία, ψιλοχάσαμε το τόπι…). Που είχαμε μείνει; Α, στην Ελλάδα των 13 αθλητικών εφημερίδων που σνομπάρουν επειδικτικά το μπάσκετ καθημερινά, αλλά ζητάνε τα ρέστα άμα χάνει η εθνική και των «μπασκετόφιλων» που όταν βλέπουν πάικτη ελεύθερο στο τρίποντο φωνάζουν «τράβα το…», ο Καζλάουσκας δεν είχε τύχη. Πόσω μάλλον σε μια Ομοσπονδία που δεν κινείται τίποτα αν δεν το αποφασίσει ο Βασιλακόπουλος και δεν το ανακοινώσει μέσω Συρίγου. Ήταν μοιραίο λοιπόν ο Λιθουανός να μην περάσει το δικό του. Και το μπάσκετ που έπαιξε τελικά η ομάδα να είναι ένα ελεεινό μπαστάρδεμα του δικού του μοντέλου ταχύτητας και ψηλών σκορ και της πατροπαράδοτης (και κοινής σε όλα τα σπορ) ελληνικής αμυντικογένειας (sic). Αν συνυπολογίσουμε ότι μετά το τέλος εποχής Βασιλακόπουλου στη FIBA, το σύστημα της εθνικής έβλεπε παντού συνωμοσίες δεν ήταν και δύσκολο να προκύψει μια εικόνα γιούργια. Στην οποία π.χ. ο σούτινγκ γκαρντ Γιάννης Μπουρούσης σουτάρει σε 6 ματς 27 δίποντα και 30 τρίποντα (!!!!), γιατί κανείς δεν έχει τα αρχίδια να του πει «Γιάνναρε αφού είσαι με σπασμένο χέρι, αστο για φέτος, δυάρια έχουμε». Κάπως έτσι χάσαμε ένα μεγάλο μας όπλο, κάπως έτσι οι συμπληρωματικοί παίκτες τύπου Περπέρογλου δεν είχαν κανένα ρόλο και έμοιαζαν μονίμως πελαγωμένοι, κάπως έτσι άμυνα έπαιζαν μόνο ο Διαμαντίδης και ο Τσαρτσαρής. Όχι ότι ο Καζλάουσκας δεν έκανε προπονητικά λάθη. Ανατριχιάζω και μόνο που το λέω, αλλά με τον Μπαναώτη ματς τύπου Κίνας και Πουέρτο Ρίκο η εθνική τα είχε καθαρίσει στο α’ δεκάλεπτο. Γιατί ξεχυνόταν στα 3/4, πίεζε, τους έβγαζε τα συκώτια, έβαζε καμιά 20ρια πόντους στον αιφνιδιασμό και μετά έκανε πλάκα. Δεν εγκλωβιζόταν σε αστείες ζώνες. Γιατί ρε Γιόνας, οι Έλληνες είμαστε κομπλεξικοί, άμα σκαλώσουμε ότι κολλάμε στη ζώνη έγινε η ζημιά. Δεν είμαστε ψυχροί σουτέρ από τη Βαλτική που τα κολλάμε ρομποτικά. Άσε που το παραδέχθηκε και ο ίδιος ότι έπρεπε να έχει μαζί του τον Βασιλειάδη. Άσε που κανείς δεν κατάλαβε γιατί πήρε στην 12αδα Βουγιούκα και Πρίντεζη, οι οποίοι εμφανώς δεν είχαν θέση στα σχήματά του. Με αποτέλεσμα να μείνουμε με 4 περιφερειακούς, εκ των οποίων οι «3 σωματοφύλακες» έλιωσαν στην κούραση από την πίεση των Ισπανών και παραπάταγαν χθες στο τέλος. Αν κάποιος πει ότι χρειαζόμασταν ψηλούς λόγω των τιμωριών, η απάντηση είναι ότι η ίδια η ομάδα με τη συμπεριφορά της έδειξε ότι δεν βλέπει το τουρνουά παιχνίδι με παιχνίδι αλλά υπολόγιζε τις διασταυρώσεις για το μετάλλιο. Και μετάλλιο με 4 κοντούς δεν παίρνεις ποτέ. Γιατί στο σύγχρονο μπάσκετ, ο παίκτης δεν γίνεται να παίζει παραπάνω από μάξιμουμ 30 λεπτά…

Δύο. Τους Ισπανούς όσο τους φοβόμαστε δε θα τους κερδίσουμε ποτέ. Είτε παίζουμε λεβέντικα (όπως χθες), είτε μας διαλύουν (όπως συνήθως). Αν γυρίζεις κάθε χρόνο τον κόσμο ανάποδα για να τους αποφύγεις, τότε απλά επιβεβαιώνεις (κι ενισχύεις) το πόσο ΣΕ ΕΧΟΥΝ. Συμφωνώ, ότι η διατησία ήταν κακή, αλλά και τους Αμερικάνους το 2006 με κόντρα διαιτησία τους πήρανε. Γιατί το πίστευαν…

Τρία. Φυσικά και δε με σκανδάλισε  η ιστορία με τη Ρωσία. Βέβαια, αν το κάνουμε κάθε χρόνο κάπου χάνεται το μέτρο (θυμίζω ότι ο Μπαναώτης είχε αρνηθεί να παρατήσει ματς το 2004 και η εθνική τράκαρε πάνω στην Αργεντινή στα προημιτελικά – έτσι όμως φτιάχτηκε η νοοτροπία της ομάδας που τα επόμενα χρόνια κέρδισε τρια μετάλλια. Τι έρωτα έπαθα σήμερα με τον Γιαννάκη; Γιατρέ είναι σοβαρό;). Τεσπα, σε ένα τουρνουά όλα επιτρέπονται – ειδικά όταν έχουν γίνει τέτοιες γελοιότητες. Αυτό που με σόκαρε είναι η ηθικολογία των Μπραουδάκηδων που προφανώς ως αγωγοί της υψηλής αθλητικής κουλτούρας αυτής της χώρας , αισθάνθηκαν προσβεβλημένοι. Τσέκαρε σήμερα σε παρακαλώ τα πρωτοσέλιδα των αθλητικών κωλοφυλλάδων εφημερίδων. Και δες πόσο χώρο αφιερώνουν οι θεματοφύλακες της ηθικής στο σκάνδαλο του Τραυλού με τον Τζόλε και τα άλλα παιδιά. Το Goal ας πούμε ούτε λέξη. Από την άλλη, η μπασκετική μασονία με τις πορτοκαλί παρωπίδες μόνο που δεν αναπαρήγαγε το καταπληκτικό  tweet «τώρα που χάσαμε από Ισπανία, αποφεύγουμε Σερβία…»

Τέσσερα. Τον περασμένο Φλεβάρη, στο ματς Παναθηναϊκος-Ολυμπιακός για την κανονική περίοδο, είδα τη μεγαλύτερη παράσταση μπασκτμπολίστα που έχω πετύχει live. Δημήτρης Διαμαντίδης – 26 πόντοι, 11 ριμπάουντ, 7 ασίστ. Χθες, είχαμε ένα σπουδαίο μυθιστορηματικό φινάλε. Ενός τύπου που υπεράνθρωπα πάλευε για να μη χάσει. Μη χαλιέσαι που τελικά υπέκυψε. Έτσι πρέπει να γίνεται. Nobody is bigger than the game. Οι πραγματικά μεγάλοι όμως είναι εκείνοι που έστω για λίγα λεπτά, έστω για δυο τρεις φάσεις, αμφισβητούν το προηγούμενο αξίωμα. Χθες αυτό συνέβαινε σε όλο το ματς…

Update: με υψηλό αίσθημα πατριωτικής ευθύνης και κατόπιν παραίνεσης του μιρσα το μπλογκ, χωρίς να έχει ακολουθηθεί καμία από τις προβλεπόμενες μέσω του καταστατικού του διαδικασίες, προτείνει για νέο ομοσπονδιακό τεχνικό τον Δημήτρη Ιτούδη. Κάτι οι καλές παρέες που έχει, κάτι η αναμφισβήτητη κατάρτισή του, αλλά κυρίως τα σταράκια που φορούσε χθες στο στούντιο της ΕΡΤ μας έκαναν να του δώσουμε αναφανδόν το χρίσμα…

μάρκο βίλα (στο μπάσκετ της εθνικής φώναζέ με Νάσο Γαλακτερό)

Blog στο WordPress.com.